Files for the past, present & future

City/Technology/Music/Auto/People/Arts

Κυριακή 4 Νοεμβρίου 2012

Βιογραφίες - Διονύσης Παπαγιαννόπουλος

Ο ηθοποιός του θεάτρου και του κινηματογράφου Διονύσης Παπαγιαννόπουλος γεννήθηκε το 1912 στο Διακοφτό. Σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου και πρωτοεμφανίστηκε το 1938, στον «Βασιλιά Ληρ» του Σαίξπηρ, σε ρόλο που του έδωσε ο δάσκαλός του Αιμίλιος Βεάκης. Τα χρόνια που ακολούθησαν συνέπραξε με τους θιάσους της Μαρίκας Κοτοπούλη, των Αρώνη - Χορν, Χατζίσκου - Συνοδινού, του Μουσούρη και του Ντίνου Ηλιόπουλου. Ως τα μέσα της δεκαετίας του 1950 εμφανίστηκε σε ρόλους του κλασικού ρεπερτορίου, ενώ αργότερα άρχισε να εμφανίζεται σε ελαφρές κωμωδίες. Το 1961 συγκρότησε τον δικό του θίασο, δίνοντας αξέχαστες ερμηνείες, σε έργα όπως «Ζήτω η ζωή» του Γεράσιμου Σταύρου και «Δεσποινίς Διευθυντής» των Ασημάκη Γιαλαμά και Κώστα Πρετεντέρη. Στο τελευταίο ενσάρκωσε τον κ. Βασιλείου, έναν ρόλο που επανέλαβε το 1964 στη μεγάλη οθόνη, δίπλα στην Τζένη Καρέζη. Πρώτη κινηματογραφική εμφάνισή του ήταν το 1947, στην ταινία «Παιδιά της Αθήνας» του Τάκη Μπακόπουλου. Ακολούθησαν άλλες 134 ταινίες, στις περισσότερες από τις οποίες κράτησε δευτερεύοντες ρόλους, κλέβοντας όμως πάντα την παράσταση. Ξεχωρίζουν: «Το Ξύλο βγήκε από τον παράδεισο» (1959), «Χτυποκάρδια στο θρανίο» (1963), «Η βίλα των οργίων» (1964), «Μια τρελή, τρελή οικογένεια» (1965), «Υπάρχει και φιλότιμο» (1965), «Κάτι κουρασμένα παλικάρια» (1967), «Για ποιον χτυπά η κουδούνα» (1968), «Ένας ιππότης για τη Βασούλα» (1968), «Ο δασκαλάκος ήταν λεβεντιά» (1970), «Ο Κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται» (1977). Το ρόλο του Μπαρμπα-Γιώργη είχε ενσαρκώσει με μεγάλη επιτυχία και στην τηλεοπτική σειρά «Το Λούνα Παρκ» το 1974.
Προς τιμή του, ο Δήμος Διακοφτού τοποθέτησε τη προτομή του στη παραλία του δήμου. Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος έκανε πολλές αγαθοεργίες, κυρίως στην περιοχή όπου γεννήθηκε, χωρίς αυτό να είναι ευρέως γνωστό.
Το 1968 βραβεύτηκε με το
βραβείο των Ελλήνων κριτικών για την ταινία Το κανόνι και το αηδόνι.
Πέθανε ολομόναχος, στο διαμέρισμά του στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, στις 13 Απριλίου του 1984.





 

Σαν σήμερα

Σαν σήμερα πριν από 49 χρόνια, στις 4/11/1963 το πρωτοσέλιδο της "Ελευθερίας" έχει τίτλο....

Έχουν προηγηθεί οι εκλογές της 3ης Νοεμβρίου στις οποίες υπερίσχυσε η Ένωση Κέντρου του Γ. Παπανδρέου, αλλά με μικρή διαφορά από την Ε.Ρ.Ε του Κ. Καραμανλή.

Τα τελικά αποτελέσματα έδωσαν ποσοστό 42.04% στην Ε.Κ. (1.962.079 ψήφοι) και 138 έδρες. Η Ε.Ρ.Ε έλαβε ποσοστό 39.37% (1.837.377 ψήφοι) και 132 έδρες.
Η νίκη του Γ. Παπανδρέου είναι σημαντική αλλά δεν του δίνει αυτοδυναμία.
Παρόλα αυτά θα πάρει από τον βασιλιά Παύλο Α' εντολή σχματισμού κυβέρνησης. Ο Παπανδρέου ζητάει από τη βουλή ψήφο εμπιστοσύνης (μόλις στις 24 Δεκεμβρίου) και τη παίρνει. Όμως δε τη δέχεται, μη θέλοντας να κυβερνήσει με τη στήριξη που του παρέχει η ΕΔΑ! Έτσι παραιτείται και ο βασιλιάς προκηρύσσει εκλογές για τις 16 Φεβρουαρίου 1964 με υπηρεσιακή κυβέρνηση που oρίζει ο ίδιος με επικεφαλής τον υποδιοικητή της Εθνικής Τράπεζας Ιωάννη Παρασκευόπουλο.
Σε εκείνες τις εκλογές του '64 ο Παπανδρέου απόκτησε σαφές προβάδισμα, εξασφαλίζοντας το 52.72% (2.424.477 ψήφοι) και 171 έδρες έναντι 35.26% της Ε.Ρ.Ε (με το Κόμμα Προοδευτικών).

Billy

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2012

Iστορική "μνήμη"

 
"Η ΧΟΥΝΤΑ ΔΕΝ ΤΕΛΕΙΩΣΕ ΤΟ '73"
 
Σωστά.... η χούντα τελείωσε το '74. Αλλά είναι λογικό. Μέσα στην υπερβολή κάποιων συνθημάτων γιατί να έχουμε την απαίτηση να αποδωθεί η ιστορική ακρίβεια? Άλλωστε για πολλούς η χούντα υπέστει πλήγμα στο πολυτεχνείο εκείνο το Νοέμβριο του '73. Αλλά δε τελείωσε. Η δημοκρατία μας πλήγωσε, διότι ενώ εμείς οι ίδιοι τη κάναμε πατσαβούρα συγχέοντας τα δικαιώματα που μας δίνει  με την αυθαιρεσία, τώρα που "σφίξανε" τα πράγματα ξαφνικά κρίναμε ότι η "χούντα δε τελείωσε". Έτσι αυθαίρετα, όπως έχουμε μάθει, θεωρούμε ότι η χούντα συνεχίζεται. Με τον ίδιο τρόπο που κρίναμε ότι "ξανάρθε η κατοχή". Προφανώς όσοι το λένε το λένε εκ του ασφαλούς και χωρίς να είναι σε θέση να συνειδητοποιήσουν το άστοχο της σύγκρισης μεταξύ του 1941 και του 2012.
Η δημοκρατία μας σήμερα έχει πολλά προβλήματα. Όμως κύριοι η χούντα τελείωσε.... σε ένα πράγμα έχετε δίκιο. Δε τελείωσε το '73, αλλά το '74!
 
Billy.

''Την αναγνωρίζετε; Είναι η περίφημη Άμεση Δημοκρατία, με την οποία μας είχατε πρήξει ορισμένοι''

Καθώς οι γονείς στο Χαλάνδρι ψήφισαν (με συντριπτική πλειοψηφία) να μη δεχθούν τσιγγανάκια στο σχολείο τους, βλέπουμε πως κάθε νόμισμα έχει δύο όψεις...

Η απόφαση αυτή των γονέων ελήφθη μετά από ψηφοφορία του Συλλόγου, την Παρασκευή 26 Οκτωβρίου, κατά την οποία 234 γονείς ψήφισαν υπέρ του να μην γίνονται δεκτά τα παιδάκια Ρομά στο σχολείο, 4 κατά, ενώ υπήρχε και μία λευκή ψήφος.
Όταν οι ενθουσιώδεις αγανακτισμένοι ζητούσαν επιτέλους άμεση δημοκρατία ήταν σίγουροι πως αν γινόταν αυτό, κάθε γειτονιά θα αυτοδιοικούνταν με τιμιότητα, η πλειοψηφία θα έπαιρνε αποφάσεις αγάπης και συνεργασίας και τα πουλάκια θα τραγουδούσαν όπως στον παράδεισο.
Όχι πως η δημοκρατία η τωρινή δεν χρειάζεται γιγάντιο λίφτινγκ, αλλά πάντα απορούσα με την αισιοδοξία όλων πως η "άμεση δημοκρατία" θα έφερνε πάντα τα αποτελέσματα που ήθελαν. Σα να μη γνώριζαν πως με τέτοιες συνθήκες θα έβγαινε -δυστυχώς- ο χειρότερος εαυτός των ανθρώπων. Σα να μη φαντάζονταν πως αν ο λαός αφεθεί τελείως ελεύθερος, χωρίς πολιτικά ορθούς φραγμούς ή δεσμευτικούς νόμους, και μπορεί να αποφασίζει για τα πάντα είναι έτοιμος να πάρει τις πιο σκληρές, εγωιστικές αποφάσεις. Η άμεση δημοκρατία (με κάποιους κανόνες βέβαια) σε έναν λαό με παιδεία και καλλιέργεια -πχ. στους Αρχαίους Έλληνες- μπορεί να δουλέψει και να είναι ευεργετική - ως μελλοντικός στόχος είναι χρήσιμος. Σήμερα όμως, χωρίς παιδεία και με έναν λαό έτοιμο να φάει ο ένας τις σάρκες του άλλου;
Απ' το "δεν θέλουμε Ρομά ή ξένους στα σχολεία μας", μέχρι το "να μη γίνει σε καμία περιοχή ο ΧΥΤΑ", κι απ' το "να μην παίζεται καμία παράσταση ή ταινία με την οποία δε συμφωνούμε" μέχρι πχ. το "απαγορεύονται οι αμβλώσεις, επιστρέφει η θανατική ποινή", ό,τι μπορεί για οποιοδήποτε λόγο να γίνει δημοφιλές -και χωρίς καμία λογική- θα γίνεται νόμος. (Προχτές ένας φίλος αναρχικός μου είπε ότι αν σ' αυτή τη φάση γινόταν όλα όπως τα ήθελε, φοβόταν ότι τελικά θα αποφάσιζε η χρυσαυγίτικη πλειοψηφία τα χειρότερα των μέτρων...)
Κάποιος έγραψε στα σχόλια: Η άμεση δημοκρατία ούτε στην αρχαία Ελλάδα λειτούργησε σωστά. Ας θυμηθούμε λίγο τους εξοστρακισμούς και την εξορία με τα οποία είχαν ανταμείψει όσους άξιους έβγαλε η αρχαία Αθήνα (Θεμιστοκλής) αλλά και την εμπιστοσύνη του λαού σε λαοπλάνους (Αλκιβιάδης). Η άμεση δημοκρατία είναι ένας μύθος, αλλά δυστυχώς οι μύθοι είναι εύπεπτοι σε αντίθεση με τη πραγματικότητα...
Και κάποιος άλλος: Το αθηναϊκό πολίτευμα ήταν το ιδανικό· οι πολίτες αποφάσιζαν στην Εκκλησία του Δήμου αδιαμεσολάβητα για όλα τα θέματα της πόλης. Μόνο ένα πράγμα στοίχειωνε αυτό το ιδανικό· ο Αλκιβιάδης. Ηταν ο Αθηναίος δημαγωγός που παρέσυρε τους συμπολίτες του στη Σικελική Εκστρατεία, με συνέπεια την καταστροφή της ίδιας της Δημοκρατίας.

 Όλα πάνε χάλια, αλλά τουλάχιστον, στη χώρα μας, υπάρχουν κάποια δικαιώματα που έχουν κερδηθεί. Τα ανθρώπινα δικαιώματα: και το να μπορεί ένα παιδί να πηγαίνει σχολείο είναι ένα απ' αυτά.
Δεν ξέρω αν οι 234 γονείς έχουν το δικαιώμα να αποφασίζουν για το τι θα γίνεται στο σχολείο που τυχαίνει να φοιτούν τα παιδιά τους τώρα, αλλά ειλικρινά εύχομαι πως όχι. Μερικοί νόμοι -όπως αυτοί που προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα- έχουν φτιαχτεί για κάποιο λόγο. Και δεν είναι δυνατόν επειδή 200 ή 2.000.000 πολίτες τώρα είναι σε άλλη φάση και θέλουν κρεμάλες ή λιθοβολισμούς ή διώξιμο παιδιών από σχολεία να τους αλλάζουν από μόνοι τους.
'Την αναγνωρίζετε; Είναι η περίφημη Άμεση Δημοκρατία, με την οποία μας είχατε πρήξει ορισμένοι''. Αυτή είναι μια φράση του Θέμου Σταφυλάκη. Κι ενώ η άμεση δημοκρατία που θέλουν οι οπαδοί της θα είχε δικλείδες ασφαλείας κλπ, σήμερα είδαμε την άλλη πλευρά του νομίσματος - αυτήν που, για κάποιο λόγο, οι οπαδοί είναι σίγουροι ότι δεν θα υπάρξει, ποτέ.

(του Άρη Δημοκίδη) lifo
 

To μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη.

Της Αριάδνης Βοζάνη.

Την ημέρα της εθνικής εορτής της 25ης Μαρτίου του 1932 αποδίδεται στην πόλη της Αθήνας το μνημείο του Αγνώστου Στρατιώτη. Η ολοήμερη τελετή των εγκαινίων του μνημείου, με παρόντες όλους τους θεσμικούς εκπρόσωπους του κράτους, περιελάμβανε αρχικά δοξολογία και κατάθεση στεφάνων από τον Πρόεδρο της Βουλής και τους υπουργούς Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδας, αλλά και αντιπρόσωπους πολλών ξένων κρατών.
Ακολούθησε παρέλαση, και τα αποκαλυπτήρια του μνημείου συνόδευσαν 21 κανονιοβολισμοί από τον Λυκαβηττό και πτήση 38 αεροπλάνων. Ο εορτασμός συνεχίστηκε το βράδυ με στρατιωτική λαμπαδηφορία 3.000 οπλιτών και 500 ευζώνων μετά μουσικής και επιπλέον με τη φωταγώγηση, για πρώτη φορά, του Παρθενώνα, του Ερεχθείου και του Ναού της Απτέρου Νίκης.
Ο λαμπρός αυτός εορτασμός επιχειρεί να «κλείσει την αυλαία» σε μια σειρά διαμάχες που προκλήθηκαν με αφορμή το μνημείο, αλλά ουσιαστικά αντανακλούσαν σε μεγάλο βαθμό ιδεολογικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής και συνοδεύουν αναπόφευκτα τις επιλογές σχεδιασμού δημόσιου χώρου, ιδιαίτερα όταν επιχειρεί να διαχειριστεί ζητήματα μνήμης.

Η ιδέα της ανέγερσης του μνημείου


Η σύλληψη του χρέους απόδοσης τιμής στους άγνωστους πεσόντες στην μάχη με την εικονική και συμβολική «ταφή» τους, ανάγεται στην κλασική Αθήνα με γνωστότερη ίσως αναφορά αυτήν που γίνεται στον Επιτάφιο του Περικλή. Η ιδέα της κατασκευής ενός μνημείου για τον Άγνωστο Στρατιώτη όμως τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο συνδέεται άμεσα με την ανάγκη τόνωσης της εθνικής ταυτότητας των Ελλήνων, λίγα χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αντίστοιχα μνημεία, αφιερωμένα στους αφανείς στρατιώτες που έπεσαν στη μάχη κατασκευάζονται στην Ευρώπη κυρίως μετά το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, καθώς η εκάστοτε πολιτεία επιχειρεί να αποκαταστήσει το αίσθημα της συλλογικής απώλειας των εκατομμυρίων νεκρών και να εκτονώσει τα αισθήματα της απελπισίας και αγανάκτησης των πολιτών. Η διατύπωση της ανάγκης να αποτυπωθεί στο αστικό τοπίο ένα μνημείο που αποτελεί σταθερή υπόμνηση της θυσίας των Ελλήνων υπέρ του νέου ελληνικού κράτους εντάσσεται στην προσπάθεια του σχεδιασμού της πόλης και με όρους συμβολικούς και ιδεολογικούς. Το μνημείο αποδίδει φόρο τιμής στους μέχρι τότε πεσόντες και «υπόσχεται» φόρο τιμής στους πεσόντες που έπονται, καθώς δεν αναφέρεται σε μία συγκεκριμένη ιστορική στιγμή, αλλά στη συνέχεια της ιστορίας του έθνους.
Η ανάγκη υπογράμμισης αυτής της ιστορικής συνέχειας, αποτελεί κρίσιμη παράμετρο στον σχεδιασμό: η διαμόρφωση του μνημείου οφείλει να έχει την δυναμική του ατελούς, να περιλαμβάνει «κενά» που θα συμπληρώνονται (τους αγώνες που έπονται), παρέχοντας τη δυνατότητα νέων εγγραφών. Παράλληλα, η έννοια του «κενού» αποκτά μια επιπλέον διάσταση όταν απαντάται στον δημόσιο χώρο καθώς ταυτίζεται με την ένταση μιας παύσης στη συνέχεια της πόλης· και δεν είναι τυχαίο ότι η αίσθηση του «άδειου» χώρου χαρακτηρίζει σταθερά αντίστοιχες διαμορφώσεις, υπογραμμίζοντας έτσι την καταστατική αιτία ύπαρξης τους: την ανάκληση της συλλογικής μνήμης, την επαφή με τον θάνατο.
Η ιστορία της ανέγερσης του μνημείου, από την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού (1926) έως την αποπεράτωση του έργου (1932), χαρακτηρίζεται από την ένταση των συγκρούσεων που λαμβάνουν χώρα στην κοινωνία της εποχής για σειρά ζητημάτων. Οι συγκρούσεις αυτές αναπτύσσονται σε τρεις κυρίως άξονες: την διαμάχη που αφορά τη χωροθέτηση του μνημείου, την αμφισβήτηση της βραβευμένης στον σχετικό αρχιτεκτονικό διαγωνισμό πρότασης αλλά και της καλλιτεχνικής αξίας της ανάγλυφης παράστασης που τελικά θα φιλοτεχνηθεί.

Το ζήτημα της χωροθέτησης


Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ζητήματα που προκύπτουν αμέσως μετά την προκήρυξη του σχετικού διαγωνισμού αφορά τη θέση του χώρου ανέγερσης του μνημείου και του τρόπου που αυτό θα συνδιαλέγεται πλέον με την πόλη. Ο άμεσος συσχετισμός του μνημείου με το κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων --που την εποχή αυτή η χρήση του είναι υπό διαπραγμάτευση-- και η προκήρυξη του διαγωνισμού από το Υπουργείο Στρατιωτικών που διεκδικεί τότε το κτίριο προκαλούν τις πρώτες αντιδράσεις. Επίκεντρο των αντιδράσεων αποτελεί το αίτημα το μνημείο να ανεγερθεί σε τόπο ικανό να υποβάλλει συνθήκες «ιερότητας και «σιωπής», οι οποίες, σύμφωνα με την επιχειρηματολογία των αντιπροτάσεων, προκύπτουν μέσω της γειτνίασης με «ιερά» κτίρια ή σημαντικά για την ιστορία του έθνους μνημεία και τοποθεσίες της πόλης, όπως το Πεδίο του Άρεως, το Στάδιο, η Ακρόπολη, ο λόφος του Φιλοπάππου, ο Κεραμικός, ο χώρος δίπλα από τη Μητρόπολη και το παρεκκλήσιο του Αγίου Ελευθερίου κ.ά.
Αποτέλεσμα των αντιδράσεων αποτελεί η διά νόμου σύσταση επιτροπής τον Ιούλιο του 1927. Η επιτροπή αποτελείται από καθηγητές της αρχιτεκτονικής σχολής και της Σχολής Καλών Τεχνών του ΕΜΠ, αλλά και τον Μητροπολίτη Αθηνών, τον Δήμαρχο Αθηναίων, τον Νομάρχη, και ανώτερους αξιωματικούς. Η ίδια η σύσταση της επιτροπής προβάλλει την πολυπλοκότητα του ζητήματος της αρμοδιότητας στη λήψη αποφάσεων αντίστοιχων θεμάτων που αφορούν, εν τέλει, την ιδεατή εικόνα της πόλης. Μέσω της απόφασης για την ιδανική θέση του μνημείου διατυπώνεται η ανάγκη της σύνθεσης μιας κοινής ιδεολογίας για την πόλη, η οποία λαμβάνει υπόψη σχεδόν ισότιμα τις απόψεις των εκπροσώπων της θρησκευτικής εξουσίας, της πολιτείας, του στρατού, καθώς και των επιστημόνων και καλλιτεχνών του αρμόδιου ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας. Η επιτροπή αυτή, εν τέλει, αποφαίνεται ότι η καταλληλότερη θέση για το μνημείο είναι όντως η πλατεία των Παλαιών Ανακτόρων ενισχύοντας την πεποίθηση των φιλελεύθερων ότι η απόφαση αυτή αποτυπώνει και την ισχύ των πιο συντηρητικών δυνάμεων της χώρας, και ειδικότερα του στρατού.
Την ευθύνη ανέγερσης του μνημείου στον συγκεκριμένο χώρο θα πάρει εν τέλει ο Ελευθέριος Βενιζέλος το 1929, αποφασίζοντας σχεδόν ταυτόχρονα και την μετατροπή των Παλαιών Ανακτόρων στο κτίριο που θα στεγάσει τις λειτουργίες της Βουλής των Ελλήνων. Ο Βενιζέλος θα υπερασπιστεί δημόσια την άποψη ότι το μνημείο σχετίζεται ιδεολογικά και συμβολικά καταρχήν με την έννοια της Δημοκρατίας, και επομένως η άμεση γειτνίασή του με το κτίριο της Βουλής των Ελλήνων και μάλιστα στο κέντρο της πρωτεύουσας --όπως συμβαίνει αντίστοιχα και σε άλλες πρωτεύουσες της Ευρώπης-- είναι η ικανοποιητικότερη λύση.

Το πρώτο βραβείο και το ζήτημα της αποκοπής του κτιρίου από την πλατεία


Το πρώτο βραβείο του Διαγωνισμού κερδίζει η μελέτη με το ψευδώνυμο ΣΚΡΑ, η οποία έχει υποβληθεί από τον αρχιτέκτονα Εμμανουήλ Λαζαρίδη. Η σημαντικότερη επέμβαση της πρότασης για τη διαμόρφωση του μνημείου του Άγνωστου Στρατιώτη αφορά την εκτεταμένη εκσκαφή στο φυσικό πρανές που εκτείνεται μπροστά από το κτίριο των Παλαιών Ανακτόρων», για τη δημιουργία μιας επίπεδης σχεδόν πλατείας στη στάθμη της Λεωφόρου Αμαλίας. Η πλατεία αυτή περιβάλλεται από έναν αναλληματικό τοίχο σχήματος Π κανονικής λαξευτής λιθοδομής, ενώ στον τοίχο του βάθους του σκάμματος τοποθετείται ανάγλυφη παράσταση με σχετικό θέμα. Δυο συμμετρικές ως προς το μνημείο κλίμακες συνδέουν τη στάθμη της πλατείας με τη στάθμη του περιβάλλοντος χώρου του κτιρίου της Βουλής, ενώ ανάμεσά τους δυο ημικυκλικά επίπεδα συγκροτούν ένα είδος χαμηλού βάθρου για τον τάφο που τοποθετείται αξονικά όπως και η ανάγλυφη παράσταση. Στο βασικό επίπεδο της πλατείας δύο όμοια παρτέρια σχεδιασμένα επίσης εκατέρωθεν του κεντρικού άξονα περιλαμβάνουν υψηλή φύτευση, ενώ ο υπόλοιπος χώρος παραμένει κενός. Η πλατεία ασφαλτοστρώνεται, αλλά στην ασφαλτόστρωση ενσωματώνονται ζώνες λευκού μαρμάρου επιμερίζοντας τη μεγάλη επιφάνεια με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργείται η εντύπωση προοπτικής σύγκλισης προς το κέντρο του μνημείου, δηλαδή τον τάφο και την ανάγλυφη παράσταση
Η τελική διαφορά στάθμης μεταξύ του επιπέδου του περιβάλλοντος χώρου της εισόδου του κτιρίου των παλαιών ανακτόρων και του επιπέδου της πλατείας του Αγνώστου Στρατιώτη είναι συνολικά σχεδόν 7 μέτρα και αντιστοιχεί στο ύψος ορόφων του κτιρίου, με αποτέλεσμα την εντύπωση της δημιουργίας μιας βάσης με ύψος «τυπικού ορόφου» από την όψη της Λ. Αμαλίας. Έτσι, είναι δυνατή η πρόσληψη του μνημείου ως «μέρους» της κατασκευής του κτίσματος, προκαλώντας επιθυμητούς συνειρμούς σε συμβολικό επίπεδο: τη βάση του κτιρίου αποτελεί η διαμόρφωση ενός ταφικού μνημείου αφιερωμένου στους αγώνες του νεότερου ελληνικού έθνους. Το συγκεκριμένο αυτό συστατικό στοιχείο της πρότασης ωστόσο βρίσκει ένα μεγάλο μέρος των αρχιτεκτόνων --και όχι μόνο-- αντίθετους, καθώς το κτίριο έχανε την επαφή του με τη γη στην οποία μέχρι τότε εδραζόταν, ενώ ταυτόχρονα αλλοιωνόταν η φυσική τοπογραφία στο σημείο εκείνο της πόλης που είχε παραμείνει αλώβητη. Επιπλέον, το τεχνητό αυτό βάθρο προσέδιδε στο κτίριο μια μνημειακότητα που αντιστρατευόταν εν μέρει την απλότητα και τη «μετριοπάθεια» που το χαρακτήριζε. Χαρακτηριστική είναι η άποψη του Ζαχαρία Παπαντωνίου λίγες μέρες μετά τα εγκαίνια, ο οποίος και ως διευθυντής της Εθνικής Πινακοθήκης είχε από νωρίς ενεργό μέρος στις αντιδράσεις και τον σχετικό διάλογο: «Χάσαμε την ήρεμη όψη του βαυαρικού κτηρίου για να κερδίσουμε τι; Ποιος θα το έλεγε! Τον αισθητικό εφιάλτη ότι το κτήριο των ανακτόρων είναι στον αέρα» (Αθηναϊκά Νέα, 31.3.1932).

Οι αντιδράσεις για την επέμβαση αυτή συνεχίζονται έντονα σε όλη τη φάση της κατασκευής, όταν κατά τη διάρκεια των έργων θα γίνει αισθητή η αλλοίωση του χαρακτήρα ενός ημιδημόσιου χώρου που έχει εγγραφεί ήδη στη συλλογική μνήμη από την εποχή της ανέγερσης των Ανακτόρων. Είναι γεγονός ότι κάθε επέμβαση σε δημόσιο χώρο της πόλης --ιδιαίτερα όταν μεταβάλλεται η βασική του φυσιογνωμία-- προκαλεί αναμφισβήτητα ένα είδους σοκ στους πολίτες,: με κάθε κατεδάφιση, κατεδαφίζεται και η συνέχεια των αναφορών που έχουμε με έναν τόπο, τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Η ρήξη αυτή είναι δύσκολο να αποκατασταθεί, και είναι επόμενο να συνοδεύεται από μεγάλη επιφυλακτικότητα για την νέα κατάσταση την οποία καλούμαστε να οικειοποιηθούμε. Καθώς δεν μπορούν να αφομοιωθούν άμεσα οι νέες σχέσεις που προτείνονται, το τελικό αποτέλεσμα περιγράφεται με χαρακτηρισμούς που αναδεικνύουν ακριβώς αυτήν την ανοίκεια κατάσταση: πρόκειται περί «τέρατος». Ο τίτλος του πρωτοσέλιδου δημοσιεύματος της 20ής Αυγούστου 1931 στην εφημερίδα Αθηναϊκά Νέα είναι ενδεικτικός: «Ο Άγνωστος Στρατιώτης. Πώς εγεννήθη το τέρας». Αν και το δημοσίευμα αναφέρεται στο ανάγλυφο, ο τίτλος θα μπορούσε κάλλιστα να αφορά το σύνολο.

Το ζήτημα της ανάγλυφης παράστασης


Οι αντιδράσεις ωστόσο δεν αφορούν μόνο το ζήτημα της εκσκαφής, αλλά και τον συνολικό χαρακτήρα της πρότασης με επίκεντρο, από μία χρονική στιγμή και μετά, την καλλιτεχνική αξία της ίδιας της ανάγλυφης παράστασης. Η παράσταση αυτή αποτελεί κεντρικό στοιχείο του σχεδιασμού, και η κριτική αφορά όχι μόνο το τελικό αποτέλεσμα αλλά και τη διαδικασία που ακολουθήθηκε για την αντικατάσταση του γλύπτη και της πρότασης που είχε αρχικά υποβληθεί στη μελέτη του διαγωνισμού. Η αντικατάσταση αυτή προκύπτει μετά τη διαφωνία του αρχιτέκτονα Εμμ. Λαζαρίδη με τον βασικό του συνεργάτη για την υποβολή της πρότασης στον διαγωνισμό Θ. Θωμόπουλο.

Η παράκαμψη του Θωμοπούλου μεθοδεύεται από τον Λαζαρίδη με το επιχείρημα ότι το αρχικό έργο είχε «κίνησιν και σύνθεσιν φεύγουσα», η οποία δεν εντασσόταν στον χαρακτήρα της συνολικής μελέτης. Ο Λαζαρίδης υποστήριζε ότι είχε κάθε δικαίωμα να ζητήσει την τροποποίηση του ανάγλυφου, ο Θωμόπουλος όμως θα καταγγείλει ότι το ζήτημα προέκυψε μετά από διαφωνία για την αμοιβή του. Ο ίδιος ο υπουργός Παιδείας Γ. Παπανδρέου θα ορίσει τότε τον καθηγητή Γλυπτικής και διευθυντή της Σχολής Καλών Τεχνών Κ. Δημητριάδη, ως τον πλέον αρμόδιο για να αποφασίσει σχετικά με το θέμα. Ο Δημητριάδης --ο οποίος ορίζεται επιπλέον και επιβλέπων για όλα τα καλλιτεχνικά τμήματα του μνημείου-- θα εισηγηθεί τελικά την ανάθεση της ανάγλυφης πλάκας στον Φωκίωνα Ρωκ, βοηθό του στην Σχολή Καλών Τεχνών, ο οποίος και θα εκπονήσει τελικά το έργο. Ωστόσο, ήδη από τον Σεπτέμβριο του 1931 οι αντιδράσεις για την καλλιτεχνική αξία της νέας πρότασης, για τις μεθοδεύσεις που οδήγησαν στη νέα ανάθεση αλλά και για τη συμμετοχή στη φιλοτέχνηση του έργου ιταλού τεχνίτη, έναντι υπέρογκου για την εποχή ποσού, είναι έντονες. Ο καλλιτεχνικός κόσμος συμμερίζεται την αγανάκτηση του Θωμόπουλου, ενώ ο Τύπος, στο σύνολο του σχεδόν, προβάλλει ιδιαίτερα το θέμα, απαιτώντας εξηγήσεις για τις κινήσεις που έχουν γίνει, αναγκάζοντας τον ίδιο τον Βενιζέλο να δηλώσει δημόσια την εμπιστοσύνη του στον Δημητριάδη για την ποιότητα του έργου. Τα αρνητικά δημοσιεύματα, που αφορούσαν τόσο το σύνολο του έργου όσο και τα επιμέρους ζητήματα που ήδη αναφέρθηκαν, δεν θα σταματήσουν ούτε μετά τα επίσημα εγκαίνια του μνημείου, αποδεικνύοντας την ένταση που προκάλεσε, σε μια κρίσιμη για την Ελλάδα περίοδο, μια μικρή ίσως αλλά ιδεολογικά φορτισμένη επέμβαση στην πόλη.
Το μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη υπό κατασκευή, το 1929 (Αρχείο Billy Files)

***

Αξιολογώντας την πρόταση σήμερα, μπορούμε να διακρίνουμε ότι τόσο σε επίπεδο γενικότερου σχεδιασμού όσο και σε επίπεδο συσχετισμού υλικών και ενσωμάτωσης διακόσμου, διεκδίκησε ποιότητες του «σύγχρονου» στην εποχή του με πρόθεση να συνομιλήσει με έργα στον ευρύτερο ευρωπαϊκό χώρο. Επιπλέον, έχει σημασία να τονιστεί η προσπάθεια του αρχιτέκτονα να συλλάβει την πλατεία- μνημείο ως συνέχεια και απόληξη των άλλων σημαντικών δημόσιων χώρων που σχετίζονται άμεσα με αυτόν (την πλατεία Συντάγματος και τον άξονα της οδού Ερμού), αποκαθιστώντας ένα ενιαίο σύνολο που όπως υποστήριζε θα ήταν το πρώτο μέχρι τότε στην πρωτεύουσα. Ο ρόλος της πλατείας-μνημείου στη διάρκεια ζωής της στην πόλη επιβεβαιώνει τη σημασία της ως ενδιάμεσου χώρου μεταξύ της πλατείας Συντάγματος και του κτιρίου της Βουλής, αλλά την ίδια στιγμή εκφράζει την αμηχανία οικειοποίησής της, ακόμη και σήμερα. Οι κυρίως δράσεις που αναπτύσσονται στην πλατεία ακολουθούν το συντακτικό ενός θεατρικού εν τέλει χώρου, όπου το μνημείο και η αλλαγή φρουράς των ευζώνων αποτελούν το βασικό θέαμα με τους πολίτες-επισκέπτες να διατάσσονται γύρω και μπροστά από αυτό. Και ενώ η πλατεία λειτουργεί ως το επίπεδο διακοπής της δυνατότητας προσέγγισης στο κτίριο της Βουλής, ταυτόχρονα και αναπόφευκτα αποτελεί και το βασικό πεδίο της όποιας δημόσιας απεύθυνσης προς αυτό.

Πέρα από την όποια κριτική αποτίμηση σήμερα, η διαμόρφωση του μνημείου είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένη τόσο με το κτίριο της Βουλής όσο και με την πλατεία Συντάγματος, επικυρώνοντας μέρος των αρχικών προθέσεων. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι δικαιώνονται όλες οι επιλογές της πρότασης που υλοποιήθηκε, αλλά επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η εγγραφή ενός δημόσιου χώρου στη ζωή της πόλης βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στη συνέχεια μιας συλλογικής βιωματικής εμπειρίας, όταν υποστηρίζεται όμως και από έναν ικανό σχεδιασμό.

.......................
Η Αριάδνη Βοζάνη είναι αρχιτέκτων μηχανικός ΕΜΠ και διδάσκει στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ.

Παρασκευή 2 Νοεμβρίου 2012

Παλιά Αθήνα Special - (Ξενοδοχεία)

Η Μεγάλη Βρεταννία σημαιοστολισμένη. Δεκαετία '60.
 
Ξενοδοχείο Αρκαδία, Μάρνη & Φαβιέρου.
 
Ξενοδοχείο Κάρλτον, Φάληρο 1955.
 
Μέγα Ξενοδοχείον "Πριγκήπισσα Σοφία", 1917 Ομόνοια.
 
Ξενοδοχείο Κοντινεντάλ, Πειραιάς. Καταστράφηκε σχεδόν ολοκληρωτικά τον Ιανουάριο του 1944, από βομβαρδισμούς.
 
Ξενοδοχείο Ακταίον, Ν. Φάληρο, το 1903.
 
Excelsior Hotel, Πανεπιστημίου (πλατεία Ομονοίας).
 
Ξενοδοχείο Πεντελικόν, Κηφισιά.
 
Δύο φωτογραφίες από το Ξενοδοχείο "Απέργη" στη Κηφισιά (Κεφαλάρι). 
 
 
(Photos - Αρχείο Billy Files)

Παλιά Αθήνα Special - (Αυτοκίνητα)

Οδός Ζαλοκώστα 1956. Το παρκαρισμένο αυτοκίνητο είναι ένα Opel Kapitan.
 
Άποψη της πλατείας Κοτζιά, η Εθνική Τράπεζα και ... πολλά αυτοκίνητα. 1952.
 
Ακαδημίας. Το λεωφορείο για Χολαργό και (παράνομα) σταθμευμένο ΙΧ.
 
Αθηνάς δεκαετία '50. Το τραμ και αυτοκίνητα που ακολουθούν ή... προσπερνούν!
 
Λένορμαν, δεκαετία '50. Σε πρώτο πλάνο, μαύρη Citroen Traction Avant.
 
Αθήνα κέντρο, δεκαετία '60.
 
Πλατεία Καυθμώνος 1966. Αυτοκίνητα κάθε τύπου & μεγέθους και μάλλον δύσκολο να βρεις να παρκάρεις!
 
Νοέμβριος 1973 κάπου στη Κυψέλη. Άτυχη Αμαζόνα (Volvo) βρέθηκε στο δρόμο άρματος των συνταγματαρχών.
 
 
(Photos- Αρχείο Billy Files)